Posted by next_day | Posted in Ζωή θα πεί ΝοηματίΖΩ | Posted on 7:06 μ.μ.
Θυμάστε που σας είχα πεί ότι σκεφτόμουν να λάβω μέρος σε αυτόν τον διαγωνισμό? Ναι? Ναι! Ε.. το προσπάθησα πολύ είναι η αλήθεια, αλλά δεν μου βγαίνει σε παιδικό. Παρ'όλα αυτά έγραφα κάθε φορά που μου ερχόταν κάτι, με το σκεπτικό να το τροποποιήσω! Τελικά άρχισε να βγαίνει αρκετά μεγάλο, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να κάνω τις αλλαγές. Αφήστε που τελικά οι προθεσμίες δεν είναι το φόρτε μου! Και μόνο που έμαθα το πότε πρέπει να το στείλω (κάπου τον Απριλη) και ενώ είναι αρκετός ο καιρός, στέρεψα απο ιδέες! Έτσι λοιπόν, αποφάσισα, να παρατήσω το τρέξιμο για τον Διαγωνισμό, να χαλαρώσω και να το μοιραστώ μαζί σας!
Ξεκινάμε λοιπόν, να σας συστήσω τους νέους ήρωες μου, που μου κρατάνε συντροφιά!
~~1. Μάνια και Μάρκος~~
Η Πρώτη Συνάντηση
Η Μάνια, με τις κολλητές της, πίνανε τα ποτά τους, στο αγαπημένο τους μπαρ, γελούσαν και δεν έβλεπαν γύρω τους τα βλέμματα που τραβούσαν. Όμορφες κοπέλες και οι τρείς τους, με αυτοπεποίθηση και δυναμικότητα, τραβούσαν την προσοχή όπου κι αν έμπαιναν. Ήταν δεμένες, αγαπημένες και κανείς δεν μπορούσε να μπει ανάμεσα τους. Κολλητές από τον πρώτο φοιτητικό τους χρόνο, δεν άφησαν ποτέ η μία την άλλη. Μαζί στις χαρές, στις λύπες. Δάκρυζε η μία, κλαίγανε οι άλλες δύο. Μαζί στον πόνο, στους χωρισμούς, στα δύσκολα της ζωής. Είχανε τους τσακωμούς τους, όπως κάθε φιλία, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια ωρίμαζε η σχέση τους και λιγόστευαν οι προστριβές. Και όταν η Μάνια αντιμετώπισε ένα απο τα μεγαλύτερα ζόρια της, οι δύο φίλες της, στάθηκαν περισσότερο απο κάθε άλλον δίπλα της, περισσότερο ακόμα και απο τους ίδιους τους γονείς της.
Η Μάνια, μεγαλωμένη σε μια οικογένεια που ανήκε στην λεγόμεη υψηλή κοινωνική τάξη. Είχε τα πάντα απο υλικά αγαθά, αλλά όχι τόση αγάπη όσο ίσως να είχε ανάγκη. Ότι κι αν ζητούσε η Μάνια αργά την νύχτα, το επόμενο πρωί το έβρισκε δίπλα στο κρεββάτι της. Καινούρια φόρεμα ήθελε; Το είχε! Κανούρια παπούτσια; Καινούρια κοσμήματα; Καινούριο αυτοκίνητο γιατί απλά είχε βαρεθεί το προηγούμενο. Όλα έτοιμα, σε μοναδικά προσεγμένες συσκευασίες, με την υπογραφή των καλύτερων σχεδιαστών. Μόνο κάτι βραδιά που ζητούσε την αγκαλιά της μάνας, το χάδι του πατέρα, δεν το είχε ποτέ. Έμαθε να μεγαλώνει ανάμεσα σε ξένους. Μέσα στον κοινωνικό περίγυρο των δικών της, με τις φανταχτερές τουαλέτες και τα ακριβοραμμένα κουστούμια, έβλεπε αλλά δεν αναγνώριζε το μητρικό πρόσωπο, το αυστηρότητα του πατέρα. Τα βλέπει πιά τα λάθη που έκαναν οι γονείς της στο μεγάλωμα της και υπόσχεται στον εαυτό της ότι εκείνη δεν θα τα κάνει.
Είχε μάθει να τα έχει όλα έτοιμα, αλλά δεν είχε μάθει να αγαπάει. Οι φιλές της ήταν πάντα, στο ίδιο κοινωνικό επίπεδο με την ίδια, αλλά ποτέ δεν ένιωσε ότι εισπράττει αυτό που μπορεί να δώσει μια φιλία. Μαζευόντουσταν στα τεράστια σαλόνια των σπιτιών τους στα Βόρεια Προάστια, διαβάζανε περιοδικά με τις τελευταίες προσταγές της μόδας και κλεινόντουσταν όλο και περισσότερο σε έναν κύκλο με πανύψηλα τείχη, αδιαπέραστα για όλους τους άλλους.
Δεν ήξερε τι σήμαινε φιλία, μόνο είχε διαβάσει για αυτήν σε βιβλία που έβρισκε στην ατέλειωτη βιβλιοθήκη του σπιτίου της. Διάβαζε πολλές ώρες την ημέρα. Κάπου μέσα της ήξερε, αντιλαμβανόταν ότι η πραγματική ζωή είναι εξώ απο το παλάτι που έχουν φτιάξει οι γονείς της. Όταν γνώρισε τις φίλες της, είδε τι σημαίνει ανιδιοτέλεια, να κρατάς το χέρι του διπλανού σου κι ας μην είναι ντυμένος με τα ακριβότερα ρούχα, ότι τα χρήματα δεν μπορούν τελικά να αγοράσουν τα πάντα, ούτε να απαλύνουν πραγματικά τον πόνο. Είδε να γίνονται πραγματικότητα όα είχε διαβάσει, όσα είχε ονειρευτεί, όσα είχε ζητήσει απο τα ξένα κορμιά που μαζευόντουσταν σπίτι της αλλά δεν της το έδωσαν ποτέ. Την βοήθησαν πολύ τα δύο νέα κορίτσια που μπήκαν στην ζωή της και τους το χρωστούσε. Εκείνο το βράδυ λοιπόν γιόρταζαν την πρώτη τους δεκαετία μαζί. Δεκαεννιά χρονών γνωρίστηκαν και από τότε δεν πέρασε ούτε ένα βράδυ που να ξαπλώνουν χωρίς να πουν καληνύχτα μεταξύ τους.
Ο Μάρκος, στο ίδιο μαγαζί εκείνο το βράδυ, βρέθηκε όχι για να διασκεδάσει, αλλά για να κάνει το δικό του μνημόσυνο. Ο πατέρας του, έκλεινε τριανταένα χρόνια από την μέρα που έφυγε από την ζωή, έτσι ξαφνικά ένα πρωινό. Όταν τον πήρε η γυναίκα του τηλέφωνο να του πει ότι γεννάει και να τρέξει στο νοσοκομείο. Εκείνη ήταν ήδη εκεί, όταν ένιωσε τους πρώτους πόνους το πρωί, αλλά δεν περίμενε να έρθει ο μικρός Μάρκος τόσο γρήγορα. Στον δρόμο σκεφτόταν πόσο λάθος ήταν που δεν είχε ειδοποιηθεί από το πρωί, εκνευριζόταν και αγωνιούσε για την γυναίκα του και τις ώρες που πέρασε μόνη της. Δεν είδε το stop που τον ενημέρωνε ότι θα έμπαινε σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας. Δεν άκουσε τα κορναρίσματα, δεν άκουσε τις ρόδες που έσκιζαν την άσφαλτο, άκουσε μόνο το πρώτο κλάμα του γιού του. Η ίδια η ζωή έδειχνε το μεγαλείο της σε μια γυναίκα και το σκληρό της πρόσωπο σε έναν άντρα. Την στιγμή που ο μικρός Μάρκος αντίκρισε το φώς της μέρας, ο πατέρας του ξεψυχούσε μέσα σε ένα κουβάρι από σίδερα.
Μεγάλωσε ο Μάρκος και έγινε ένας όμορφος άντρας, γεροδεμένος, σκληραγωγημένος, αλλά τόσο τρυφερός. Η μάνα του, στάθηκε δίπλα του έχοντας διπλό ρόλο. Ήταν η μάνα που του έβαζε ιώδιο στα ματωμένα απο το ποδόσφαιρο γόνατα, που του κρατούσε συντοφιά τα βράδια που ψηνότανε στον πυρετό. Ήταν όμως και ο πατέρας που δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Προσπάθησε να μην του λείψει τίποτα απο εκείνον. Γι’αυτό και ποτέ δεν τον έβγαλε απο τις κουβέντες της. Ζούσαν, σαν να ήταν τρείς στο σπίτι και όχι δύο. Έκρυβε τον πόνο της, σκούπιζε κρυφά τα δάκρυα της, έσφιγγε τα δόντια, για να μην δεί το ο Μάρκος της τον σταυρό της και του περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τον πατέρα του.
Οικονομικά ήταν πάντα σε δύσκολη θέση. Η μάνα του, δούλευε πολλές ώρες, αλλά προσπαθώντας πάντα να περνάει και στιγμές με τον μικρό Μάρκο. Τα χρήματα που κέρδιζε με κόπο, σπάνια γινόντουσταν δώρα. Οι υποχρεώσεις του σπιτιού, ήταν ακόμα ένα βάσανο για εκείνην. Έκανε και τις οικονομίες της, «μην μας έβρει κάποιο κακό καμάρι μου» του εξηγούσε του γιού της, όταν παλλικάρι πια εκείνος την παρακαλούσε να πάρει κάτι για τον εαυτό της. «Μάνα, με μεγάλωσες με τα καλύτερα δώρα, την αγάπη σου, τα χάδια σου, την ζεστασιά της αγκαλιάς σου. Τώρα πρέπει να κοιτάξεις εσένα.», την παρακαλούσε κάθε τόσο, αλλά εκείνη ανένδοτη. Φοβόταν το κακό που μπορεί να τους έβρισκε, όπως εκείνο το πρωινό. Στίγματα ανεξήτιλα άφησαν μέσα της τα λόγια του γιατρού, όταν ενώ κρατούσε τον όμορφο γιό της στα χέρια της, μάθαινε ότι ο άντρας της ζωής της δεν υπήρχε πιά. Νέο κορίτσι ήταν, εικοσιπέντε χρονών και ζούσε και τις δύο πλευρές της ζωής.
Σε όλες αυτές τις αναμνήσεις χανόταν ο Μάρκος, μόνος αυτή την φορά, χωρίς την συντροφιά της καλύτερης του φίλης, της Έλενας. Ήθελε να είναι μόνος απόψε, να μπορεί να κλάψει σαν παιδί για εκείνον, να του μιλήσει με τα λόγια της ψυχής του. Έζησε ευτυχισμένα μέχρι τώρα και το όφειλε στην Μάνα του, αλλά πάντα του έλειπε ο πατέρας του κι ας μην το είχε παραδεχτεί ποτέ για να μην την πληγώσει βαθιά. Έβλεπε τα άλλα παιδιά στο σχολείο, στο δρόμο και αναλογιζόταν πώς θα ήταν να τον είχε εκεί κοντά του. Πώς θα έπαιζε μπάλα, πώς θα περπατούσε, πώς θα ήταν ο ήχος της φωνής του. Κάθε απορία και τσιγάρο. Κάθε χαμένη ανάμνηση και ποτό.
Τα βλέμματα τους δεν είχαν συναντηθεί καθόλου όλη την βραδιά. Η μουσική, ο καπνός, οι παρέες που περνούσαν ανάμεσα στα τραπέζια, οι σκέψεις, τα γέλια, δημιουργούσαν ένα τείχος και κανείς από τους δύο δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του άλλου στον ίδιο χώρο. Κανείς δεν αντιλήφθηκε το περίεργο παιχνίδι της μοίρας που τους έφερνε κοντά. Μόνο όταν η Μάνια, σηκώθηκε από την θέση της για να φύγει, ένιωσε ένα δροσερό, σχεδόν μεθυστικό αεράκι, να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα να το απολαύσει και η αγκαλιά της που κρατούσε το παλτό της, άνοιξε σαν έτοιμη να δεχτεί έναν καινούριο άνθρωπο. Το παλτό, έπεσε κουβάρι στα πόδια της και σκύβοντας για να το μαζέψει το βλέμμα της διασταυρώθηκε με του Μάρκου. Την κοιτούσε απαθής, δεν έκανε κάποια κίνηση να την βοηθήσει και αυτό την θύμωσε. Το σήκωσε βιαστικά, τράβηξε τις φίλες της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο, έχοντας ήδη βγάλει από την σκέψη της, τα γλυκά μελιά μάτια του νεαρού από το διπλανό τραπέζι.
Ήταν όμως ο αέρας τόσο δυνατός που κίνησε τα νήματα της μοίρας και θα συναντιόντουσταν οι δύο νέοι, εκείνο το βράδυ. Εκείνη την νύχτα που για ακόμα μια φορά, κάποιος γιόρταζε και κάποιος θρηνούσε.



